τροπαιούχος

τροπαιούχος
ος, ο[ν], τροπαιοφόρος, ος , ον 1. победный, победоносный;
2. (ο , η ) победитель, -ница;

γυρίζω τροπαιούχος — возвращаться победителем


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "τροπαιούχος" в других словарях:

  • τροπαιούχος — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 700 μ.) του νομού Φλώρινας. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (12 τ. χλμ.). * * * α, ο / τροπαιοῡχος, ον, ΝΜΑ, θηλ. και ος, Ν αυτός που έχει τρόπαια, νικητής, θριαμβευτής μσν. προσωνυμία Βυζαντινών αυτοκρατόρων αρχ. 1. αυτός… …   Dictionary of Greek

  • τροπαιούχος — α, ο αυτός που του έστησαν τρόπαιο, νικητής, θριαμβευτής: Γύρισε νικητής και τροπαιούχος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τροπαιούχοις — τροπαίουχος having masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπαιούχοισιν — τροπαίουχος having masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπαιούχου — τροπαίουχος having masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπαιούχους — τροπαίουχος having masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπαιούχων — τροπαίουχος having masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπαιούχῳ — τροπαίουχος having masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φερέτριος — ὁ, Α (ως προσωνυμία τού Διός) τροπαιούχος. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. Feretrius «τροπαιούχος», προσωνυμία τού Διός] …   Dictionary of Greek

  • τροπαιουχώ — έω, Μ [τροπαιοῡχος] είμαι τροπαιούχος …   Dictionary of Greek

  • Tropaevchvs — TROPAE ÉCHVS, i, Gr. Τροπαιοῦχος, ου, oder …   Gründliches mythologisches Lexikon


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»